Αρχείο | Ιανουαρίου, 2010

Η γιαγιά μου έχει πάλι δίκιο…

6 Ιαν.

ΩΡΑ 8.30 π.μ. Είναι 6 Ιανουαρίου και πολλοί πιστοί ανά την χώρα, προσέρχονται με κατάνυξη στους ναούς για να θυμηθούν και να τιμήσουν την ημέρα που τα νερά του Ιορδάνη ποταμού βίωσαν την πρώτη τους επαφή με το σώμα του Χριστού. Ανάμεσά τους και εγώ. Αρκετές ώρες αργότερα, και ενώ η μέρα εκπνέει, ποικίλα τα συναισθήματα, πολλές εικόνες καταγεγραμμένες στον νου μου και μία όμορφη αίσθηση γαλήνης.

Η σχέση μου με την θρησκεία και την εκκλησία έχει πολλά κεφάλαια και στάδια και δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να την αναλύσω. Για ένα όμως είμαι υπερήφανη. Την εποχή που αισθανόμουν ότι δεν ήθελα να βρεθώ στην εκκλησία, δεν πήγαινα και είχα το θάρρος να απαντήσω σε όσους με κατέκριναν. Όταν το νιώθω πραγματικά, τότε είμαι εκεί. Ποτέ τυπικά, ποτέ απλώς για να φανώ. Σήμερα το πρωί λοιπόν βρέθηκα σε μια εκκλησία και παρακολούθησα την λειτουργία. Κατόπιν, γέμισα με αγιασμό το μπουκαλάκι μου και ακολούθησα την παράδοση παραβρισκόμενη στην τελετή ρίψης και ανάδυσης του σταυρού.

Αυτό που πάντα αγαπώ και ευχαριστιέμαι να κάνω όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, είναι να τους παρατηρώ. Είναι απίστευτο το υλικό που σου προσφέρουν και φοβερό το πόσα πολλά πράγματα μπορεί κανείς να μάθει ακόμα και για τον ίδιο του τον εαυτό όταν παρατηρεί τους άλλους σε στιγμές που δεν το ξέρουν. Βέβαια, αυτό είναι κάτι που ακόμη και αν δεν μου προσέφερε ευχαρίστηση, πάλι θα το έκανα, αφού είναι φυσικό μου, γίνεται πλέον από μόνο του. Στο ίδιο σπορ επιδόθηκα και σήμερα κατά τις ώρες παραμονής μου στην εκκλησία. Και όχι, μην βιαστεί το μυαλό να ρωτήσει «και πώς πρόσεχες την λειτουργία αν κοιτούσες συνέχεια τους άλλους»? Πίστεψέ με, καχύποπτε νου, όταν αυτό το χαρακτηριστικό είναι φυσικό σου, δεν χρειάζεσαι παρά λίγα λεπτά στην διάρκεια ωρών για να αντιληφθείς κάποια πράγματα που διαδραματίζονται τριγύρω.

Ανάμεσα στα πολύ όμορφα που βίωσα εκεί, δεν έλειψε και η διαπίστωση ότι η ανθρώπινη φύση είναι μερικές φορές τόσο δύσκολο να ξεφύγει από χαζές συμπεριφορές. Γύρω στις δέκα και κάτι λοιπόν, κατέφθασαν ολόφρεσκοι και ξεκούραστοι οι επίσημοι της πόλης. Συνοδεύτηκαν από παπά στις μπροστινές θέσεις. Οι κυρίες των κυρίων με οκτώ τόνους χρυσάφι σε αυτιά, λαιμό και δάχτυλα και φυσικά γούνα. Οι κύριοι κουστουμαρισμένοι και εντελώς κουρδισμένοι στην συμπεριφορά. Αρκετοί απ’ αυτούς, είχαν ζωγραφισμένη στο βλέμμα  την φράση «άντε να γίνει κι αυτό να τελειώνουμε και σήμερα, τι τα ήθελα εγώ τα δημαρχιλίκια» και άλλα παρόμοια. Το αποκορύφωμα δε, ήταν ότι κάθε τόσο ένας απ’ αυτούς ή κάποιος άσχετος, φωτογράφιζε όλη την ομάδα κάνοντάς με να σκεφτώ ότι η φωτό θα βρεθεί σε κάποιο τοπικό έντυπο με την λεζάντα «το ‘παρών’ έδωσαν στην λειτουργία φυσικά ο …κος τάδε, ο δείνα κ.λπ.». Το ότι ήρθαν στα τελευταία σαράντα λεπτά και μιλούσαν και αρκετά συχνά μεταξύ τους, είναι λεπτομέρειες που απλώς δεν θα χωρέσουν στην λεζάντα.

Είδα ανθρώπους που ήταν εκεί χωρίς να ξέρουν ακριβώς τον λόγο. Άλλους που δεν έχασαν καμία εξέλιξη, άφιξη, κουτσομπολιό, ποιος ήρθε με ποια-τι φορά η τάδε και άλλα …ουσιαστικά πράγματα, καθώς θα έπρεπε να δώσουν ραπόρτο μετά την επιστροφή τους στο σημείο συγκέντρωσης της γειτονιάς τους, πχ ψιλικατζίδικο κ.λπ. Κάποιοι έψελναν παράλληλα με τους ρασοφόρους αλλά δεν γνωρίζουν σχεδόν καμία λέξη από το κείμενο της λειτουργίας. Άλλοι βαριούνταν αλλά τους είχε  «κουβαλήσει» κάποιος δικός  τους πιεστικά. Παιδάκια στριμωγμένα στο πλήθος, να αισθάνονται πνιγμένα καθώς είναι πιο κοντά σε ύψος απ’ τους υπόλοιπους, σε αναμονή της θείας κοινωνίας για την οποία νήστεψαν κατόπιν πιέσεως. Άνθρωποι περιποιημένοι και άλλοι ατημέλητοι. Άνθρωποι χαρούμενοι και άλλοι θλιμμένοι. Άνθρωποι πραγματικά παρόντες και άλλοι μόνο σώματι. Άνθρωποι συμμετέχοντες και άλλοι απλώς παραβρισκόμενοι. Άνθρωποι άπλυτοι που μύριζαν και μας ταλάνιζαν και λόγω ανύπαρκτου εξαερισμού. Ποικιλία συμπεριφορών και ενέργειας στο πλήθος αλλά το ίδιο και μεταξύ των ρασοφόρων. Κάποιοι απ’ αυτούς το βίωναν πραγματικά ενώ άλλοι τυπικά και διαδικαστικά.

Έτσι κύλισαν ώρες αρκετές. Είχα την ευκαιρία να σκεφτώ, να ακούσω επί της ουσίας  λόγια της λειτουργίας, να αισθανθώ κάποια από αυτά, να συγκινηθώ και να ευφρανθώ! Ό,τι και αν υπέπεσε στην αντίληψή μου λοιπόν στο διάστημα αυτό, όλα τα αρνητικά έσβησαν όταν, σε μια στιγμή βουρκώματος και έντονης συναισθηματικής φόρτισης και επαφής με όμορφα λόγια της λειτουργίας, θυμήθηκα στιγμιαία κάτι που έλεγε η γιαγιά μου. «Μην κοιτάς τι κάνουν οι άλλοι με την θρησκεία. Μην τους κρίνεις αν πάνε στην εκκλησία χωρίς να το εννοούν. Εσύ κάνε αυτό που είναι να κάνεις και όλοι κάποια στιγμή θα βρούνε τον δρόμο τους». Και είχε δίκιο. Για ακόμα μία φορά.

 

 

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: