Αρχείο | Αύγουστος, 2011

Αληκτώ, Μέγαιρα,Τισιφόνη:τρεις φίλες μου καλές!

30 Αυγ.

Αναρωτιόμουν πάντα πώς καταφέρνουν κάποιοι άνθρωποι να μην ακούν αυτή την ενοχλητική φωνούλα που βγαίνει απ’ το κουτάκι των τύψεων και μας ψιθυρίζει τα λάθη μας ώστε να μην τα ξεχνάμε. Πώς μπορούν και αγνοούν αυτό το γαργάλημα της συνείδησης που έρχεται λίγο πριν κοιμηθείς ή μόλις ξυπνήσεις για να σε βάλει στην διαδικασία να αναζητήσεις τρόπο διόρθωσης των ‘εγκλημάτων’ σου και εξιλέωσης; Υπάρχει κάποια μέθοδος γι’ αυτό; Πρόκειται για κάποιο μυστικό επιτυχίας για την αναισθησία και την απάθειά τους; Και ας πούμε ότι εκείνοι δεν χαρακτηρίζονται αναίσθητοι και τους κρίνω αυστηρά. Για εμάς που οι Ερινύες είναι ακόλουθος πιστός, ποιος είναι ο κατάλληλος χαρακτηρισμός;

«Υπερβολική. Είσαι υπερβολική»! Αυτό άκουσα σήμερα  που προέκυψε σε συζήτηση το θέμα και εξέφρασα το πώς λειτουργώ εγώ σχετικά με αυτό. «Έγινε», λένε, «Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Αλλάζει κάτι με το να το σκέφτεσαι;». Όχι, αγαπητοί. Προφανώς δεν αλλάζει κάτι. Δεν μας λέτε και καμιά φιλοσοφία ή τρομερή ανακάλυψη. Το ξέρω κι εγώ ότι ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Αν πίστευα ότι έχει την δυνατότητα να το  κάνει, δεν θα ετίθετο καν θέμα συζήτησης, διότι θα πατούσα το αντίστοιχο κουμπάκι και θα επέστρεφα ‘εκεί πίσω’ για να διορθώσω το σφάλμα! Επειδή όμως η μηχανή του χρόνου δεν ανήκει -προς το παρόν- στις κατακτήσεις της σύγχρονης τεχνολογίας, εγώ θα πρέπει να παθαίνω αμνησία όταν πρόκειται για τα λάθη μου; Θα πρέπει μήπως να αποκτήσω την μνήμη του χρυσόψαρου; Γιατί αν αυτό είναι που μου προτείνετε, ένα έχω να σας δηλώσω: Αρνούμαι!

Αρνούμαι να κολλήσω ένα παχύ στρώμα σάρκας στο σώμα μου πάνω από την ενσυνείδητη ήδη υπάρχουσα, να λειτουργώ σαν να μην συμβαίνει τίποτα όταν έχω    –έστω άθελά μου- δημιουργήσει πρόβλημα σε κάποιον ή όταν κάποιες επιλογές μου στην ζωή έχουν επιβαρύνει και άλλους, αρνούμαι να σφυρίζω αδιάφορα όταν για κάτι φταίω και  ΠΑΝΤΑ θέλω να κάνω τα αδύνατα δυνατά ώστε να επουλώσω την πληγή που προκάλεσα! Αν αυτό λοιπόν λέγεται υπερβολή, τότε ναι, είμαι υπερβολική! Μπορεί τα εγκλήματά μου να μην είναι τόσο βαριά όσο αυτά που κυνηγούν οι τρεις κυρίες του τίτλου, ωστόσο τις θέλω εκεί να με τριβελίζουν για να μην γίνω ποτέ ένα ζώο και μισό όπως πολλά τέτοια που κυκλοφορούν ελεύθερα(βαδίζοντας –κυρίως- σε δύο πόδια)! Γιατί έχω υποστεί αρκετά δεινά από αυτό το είδος που συχνά -όχι απλώς δεν μπαίνει στην διαδικασία της διόρθωσης αλλά- ούτε μια απλή συγνώμη δεν ξέρει να ξεστομίζει!

Κι αν κάποιες από τις πράξεις ή παραλήψεις  μου που επηρέασαν άλλους δεν έχω βρει ακόμα τον τρόπο να τις αλλάξω, περιμένω πάντα στην γωνία την κατάλληλη ευκαιρία, ευχαριστημένη πολύ –αν και μαζοχιστικό- που έχω παρέα τις τρεις του Βιργιλίου Ερινύες να στέλνουν καταστρεπτικό πυρ στην κακή πλευρά του εαυτού μου.

 

 

Advertisements

Σαν βγεις στον πηγαιμό για την αγάπη, να προσέχεις τι εύχεσαι!

27 Αυγ.

Εντάξει. Είναι βέβαιο πλέον. Αποδεικνύεται καθημερινά. Δεν ξέρουμε τι θέλουμε και πάντα επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε, το οποίο όταν το αποκτούμε, αρχίζει να μετατρέπεται σε κάτι κουραστικό που κακώς ευχόμασταν να έχουμε! Όλα δηλαδή είναι ένα θεατρικό έργο στο οποίο κάθε σεζόν αλλάζουμε την διανομή των ρόλων και αυτή η πορεία είναι ασταμάτητη. Όλα ή σχεδόν όλα – επαγγελματικοί στόχοι, έρωτες, τρόπος  ζωής –  περνούν από τον ρόλο του διακαούς πόθου μας [την περίοδο που δεν τα έχουμε] και λίγο αργότερα έχουν τον ρόλο του ρουτινιασμένου πρώην πόθου μας! Και αρχίζουμε να διεκδικούμε κάτι άλλο. Δεν αναφέρομαι φυσικά –όπως τόνισα- μόνο σε σχέσεις ερωτικές και συντρόφους αλλά σε γενικότερες επιλογές ζωής. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια, συναισθηματικού περιεχομένου ήταν η αφορμή των [ίδιων για χιλιοστή φορά] διαπιστώσεών μου…

Είναι μεσημέρι Πέμπτης και, εν μέσω τρελών ρυθμών και έντονων εργασιακών συνθηκών, δέχομαι τηλεφώνημα από μια γνωστή μου με την οποία μιλάμε κατά μέσο όρο 5-6 φορές τον χρόνο. Είναι αναστατωμένη και δηλώνει δυστυχής. Δεν έχω την δυνατότητα να της δώσω την προσοχή που ταιριάζει σε μια τέτοια δήλωση και της υπόσχομαι να τηλεφωνήσω σε πιο χαλαρή στιγμή της ίδιας μέρας. Τηρώ την υπόσχεσή μου και αυτό που βιώνω δεν έχει προηγούμενο! Μάλλον όχι, λάθος. Έχει προηγούμενο! Είναι το ίδιο ακριβώς ξέσπασμα που είχε η …ανώνυμη για λόγους προστασίας της γνωστή μου τρία χρόνια νωρίτερα για τους εντελώς αντίθετους, σχετικά με τον τότε σύντροφό της. Το πρώην έτερον ήμισυ, ήταν ένας νέος περίπου ένα χρόνο μικρότερός της, 30 ετών τότε, με λυμένο το βιοποριστικό ζήτημα [από τους γονείς] και διάθεση να μεταπηδήσει ως άλλη μελισσούλα [κηφήνας καλύτερα, αφού δεν είχε εργαστεί πουθενά ως τότε και δεν σκόπευε να το πράξει] από λουλουδάκι σε λουλουδάκι για να ξεδιψάσει τις ορμές του με γύρη δεσποινίδων και κυριών που είχαν αντίστοιχες επιθυμίες. Η γνωστή μου λοιπόν[ας την πούμε Νάντια για την διευκόλυνση της αφήγησης γιατί με κούρασε το «γνωστή»], όπως ήταν φυσικό, υπέφερε. «Ξενοκοιτάζει! Όλη την ώρα είμαι στην τσίτα! Ούτε στον καφέ μας δεν ησυχάζω! Φλερτάρει την σερβιτόρα!», μου έλεγε στα τηλεφωνήματα της εποχής εκείνης. «30 χρόνων είναι ρε Ανθή! Δεν δουλεύει, τον χαρτζιλικώνουν οι γονείς του! Αποφεύγει και να μου τους γνωρίσει!». «και έχει και μια φίλη –φίλη το λέμε τώρα!- από παιδιά μαζί και θέλει να πάει διακοπές μαζί της γιατί έτσι κάνουν κάθε χρόνο!». Εγώ φυσικά, επειδή θεωρώ ότι δεν είναι καλή επιλογή να κατηγορείς σε μια φίλη τον σύντροφό της –κι ας το κάνει εκείνη πάνω στην συναισθηματική της φόρτιση!- κρατούσα μια ισορροπία. Εκεί που θεωρούσα ότι ήταν υπερβολική, της το έλεγα και όταν ένιωθα ότι ήταν ‘βαρύ’ για το …ποινικό μητρώο του νεαρού κάποιο περιστατικό, προσπαθούσα με διακριτικό τρόπο να της πω ότι ίσως θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσει το τι πιστεύει ότι της αξίζει να υφίσταται και τι όχι. Η ουσία είναι ότι η Νάντια τότε θεωρούσε πως ήταν δυστυχής, ο σύντροφός της δεν την σεβόταν και δεν μπορούσε να την δει ως μια σοβαρή σχέση [δηλ. γνωριμία με γονείς, πίστη και έλλειψη χοντρο-χαριεντίσματος με κολλητές ‘φίλες’!]. Δυο χρόνια μετά, χώρισαν.

Σήμερα, η Νάντια είναι 35 ετών και το τωρινό …έτερον της ήμισυ [μα τι αηδίες λέμε οι άνθρωποι, λες και το άλλο σου μισό μπορεί να αλλάζει κάθε τόσο. αλήθεια, υπάρχει?] είναι 39 ετών και με πολύ συγκεντρωμένη την προσοχή του στην ίδια! Είναι δικηγόρος, σοβαρός, υπεύθυνος, χωρίς  ‘παιδικές φίλες για σεξ σε ώρα ανάγκης’, περιποιητικός και ανοιχτός στο ενδεχόμενο να συστήσει την Νάντια στην οικογένειά του. Ενώ λοιπόν θα περίμενε κανείς ότι η Νάντια είναι καλά [τέλεια δεν θα είναι ποτέ και με κανέναν όλα] αφού ευχόταν να βρει έναν άνθρωπο με αυτή την συμπεριφορά που δεν θα της κάνει καψόνια, εκείνη δηλώνει και πάλι δυστυχής! Το τηλεφώνημα της Πέμπτης είχε εν ολίγοις το εξής περιεχόμενο.  Εκείνη: «Μονόχνοτος ρε παιδί μου, μονόχνοτος!». Εγώ: «Δηλαδή»; Εκείνη : «τι δηλαδή; όλα είναι ήσυχα! Βαριέμαι!». Λίγο αργότερα μεταξύ άλλων μου λέει «Μόνο τέσσερις μήνες είμαστε μαζί και θέλει να πάμε τον χειμώνα λίγο στους γονείς του που μένουν μόνιμα στο Πήλιο!». Εγώ: «και;». Εκείνη: «τι και; Πνίγομαι!». Για να μην σας κουράζω, κάποια στιγμή την ρωτώ

-βρε Νάντια μου, θυμάσαι που με τον …Χ  τυραννιόσουν και παρακαλούσες μόλις χώρισες να βρεθεί ένας ωραίος άνθρωπος, να σε σέβεται και να θέλει μια ήρεμη σχέση;

-ναι

-ωραία. Δεν βρέθηκε;

-ναι

-άρα;

-δεν εννοούσα ακριβώς αυτό [!]

-θα με τρελάνεις;

-γιατί;

-εσύ δεν μου έλεγες τότε στο τηλέφωνο να βρεθεί ‘ένα καλό παιδί’;

[Και τι απάντηση παίρνω αγαπητοί μου;]

-ε αυτός παραείναι καλός ρε Ανθή!!!!!!!!!!!

Δεν χρειάζεται να σας εξιστορήσω την συνέχεια, ούτε το τι είπα ως γνώμη μου στην Νάντια. Ούτως ή άλλως, πιο πολύ την ανάγκη της να μιλήσει κάπου καλύπτω συνήθως. Της μιλάω άνετα αλλά δεν έχουμε την βαθειά φιλία που θα μου επέτρεπε να περάσω και άλλα όρια. Της λέω τι θα έκανα στην θέση της όσο πιο διακριτικά μπορώ ή προσπαθώ να την κάνω να ψάξει μέσα της αυτό που πραγματικά θέλει και εκείνα που την κάνουν χαρούμενη.

Με αφορμή την Νάντια όμως, παρατηρώντας ταυτόχρονα γύρω μου και μέσα μου, διαπιστώνω πάλι αυτό που έβαλα στον τίτλο του κειμένου, ότι – είτε πρόκειται για την αγάπη είτε για άλλους τομείς της ζωής- δυστυχώς, δεν σκεφτόμαστε καλά πριν ευχηθούμε τι θέλουμε να μας συμβεί…

Κάθε μέρα ένας κύκλος-ίδιος πάντα. Προς στιγμήν…

24 Αυγ.

Κάθε βράδυ, την ίδια ώρα, με την ίδια διάθεση και το ίδιο βάρος στο στήθος, ξεκινά για το δικό της 60λεπτο. Τόσο έχει αποφασίσει εδώ και καιρό ότι της ανήκει. Εξήντα λεπτά την ημέρα. Έχει ήδη φτιάξει φαγητό, έχει βγάλει βόλτα τον σκύλο, έχει πλύνει-σιδερώσει-καθαρίσει, έχει ολοκληρώσει δουλεύοντας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις δραστηριότητες της ημέρας για την εργασία της, έχει φροντίσει να είναι όλοι ευχαριστημένοι από την σπιτική ατμόσφαιρα που υπάρχει στον χώρο. Έχει  πείσει όσους κοντινούς ανθρώπους της τηλεφώνησαν ότι όλα είναι καλά και υπό έλεγχο. Έχουν όλοι δεχτεί την αγάπη, την περιποίηση, το χάδι της και  αισθάνονται ασφαλείς. Όλη την ημέρα «δούλευε»   γι΄ αυτά. Έχει πείσει τον εαυτό της πως μπορεί να προσφέρει ασταμάτητα ό,τι έχει χωρίς ποτέ να ζητά μια αντίστοιχη ‘επιστροφή’. Έχει πιστέψει πως γεννήθηκε για έναν σκοπό: να παίρνει στους ώμους της –μαζί με το δικό της φορτίο- και αυτό όλων των ανθρώπων που αγαπά.  Με κάποιον περίεργο, ενστικτώδη τρόπο τα δικά της ‘θέλω’ μπαίνουν πάντα πιο κάτω στην ιεραρχία από εκείνα των γύρω της και η δική της ευχαρίστηση δεν αποτελεί ποτέ προτεραιότητα. Μόνο μία ώρα κάθε βράδυ ξέρουν ότι θα αφιερώσει στον εαυτό της. Αφού όμως όλα τα προηγούμενα έχουν μπει ήδη σε τάξη.

Τότε, ντύνεται απλά, παίρνει το κλειδί του αυτοκινήτου και λίγο πριν βγει, μένει να κοιτάζει για δευτερόλεπτα εκείνο του σπιτιού.  Για μια στιγμή θολώνει, κάθε βράδυ, και σκέφτεται να το αφήσει εκεί, μαζί με ένα γράμμα αποχαιρετισμού. Μα τελικά συνέρχεται και το παίρνει.

Ο δρόμος είναι έρημος, το  σκοτάδι βαθύ και η ησυχία απόλυτη. Παρκάρει σε ένα από εκείνα τα σημεία που  προσφέρουν απλόχερα ουρανό και θάλασσα  ως θέα για ανακούφιση κουρασμένων ψυχών. Βγαίνει, πηγαίνει  στην άκρη, παίρνει μια βαθειά ανάσα και ξεσπάει σε λυγμούς. Κλαίει όσο πιο ελεύθερα μπορεί γιατί ξέρει πως κανείς δεν την βλέπει, κανείς δεν την κρίνει και σε κανέναν δεν έχει να απολογηθεί. Μετά από λίγο, η πηγή στερεύει και αισθάνεται τον αέρα να της στεγνώνει τα τελευταία δάκρυα. Κοιτάζει τον ουρανό και φαντάζεται τον εαυτό της να χορεύει κάπου εκεί πάνω, ξυπόλητη, με τα μαλλιά λυτά και το συναίσθημα της ελευθερίας καλά ριζωμένο στην ψυχή. Έπειτα ,όπως κάθε βράδυ, μπαίνει στο αυτοκίνητο, κοιτάζει για λίγο ξανά το κλειδί του σπιτιού που έχει πετάξει στην θέση του συνοδηγού και μένει σκεφτική. Το κορίτσι που λίγο νωρίτερα χόρευε στα σύννεφα, την παρακινεί να  ρίξει το κλειδί στην θάλασσα και να φύγει μακριά. Μα αμέσως έρχονται στον νου τα πρόσωπα όσων περιμένουν στο σπίτι και κλείνουν πάλι τον ανέμελο εαυτό στο καβούκι του συμβιβασμού. Ελέγχει τον δρόμο, κάνει αναστροφή και ξεκινά για την επιστροφή.

Μία ώρα ακριβώς απ’ την στιγμή της αναχώρησης, όπως κάθε βράδυ, το κλειδί ακούγεται στην πόρτα και οι 24 περίπου ώρες ως την επόμενη απόδραση αρχίζουν πάλι να μετρούν…

Θλιβερές διαπιστώσεις…

22 Αυγ.

Πάει κι αυτός. Άλλος ένας άνθρωπος που δεν προσπάθησε να εμβαθύνει σε αυτό που λένε τα μάτια μου και όχι το στόμα. Άλλος ένας άνθρωπος που έμεινε στην χαρωπή διάθεση που εκπέμπω χωρίς να προσπαθήσει να καταλάβει αν συμβαίνει το ίδιο και εντός. «Δεν έχεις ανάγκη εσύ! Είσαι  μεσ’ την καλή χαρά! Αντέχεις τα πάντα!». Είναι λοιπόν τόσο δυνατή αυτή η επιφάνεια που ορισμένοι δεν κάνουν καν τον κόπο να βουτήξουν στον βυθό. Στον βυθό σου. Έτσι, για να δουν μήπως έχεις ανάγκη ενίοτε να ακουμπήσεις σε κάποιο στήριγμα αντί μονίμως να είσαι εσύ αυτό.

Αυτές οι σκέψεις την συνόδευαν καθώς έμπαινε στο σπίτι. Το σπίτι που θα έπρεπε να την χαλαρώνει γιατί είναι – λένε- το καταφύγιό μας. Σε κάποιες περιόδους της ζωής μας όμως, μπορεί και να μην θέλουμε να γυρίσουμε εκεί. Κάτι πλανάται στην ατμόσφαιρά του που μας βαραίνει.

Δεν πειράζει. Ας είναι. Εξάλλου εγώ αντέχω! Είμαι «μεσ’ την καλή χαρά»!  σκέφτηκε και έκλεισε πίσω της την πόρτα…

 

Αρέσει σε %d bloggers: