Αρχείο | Σεπτεμβρίου, 2011

Φτάνει ποτέ στ’ αλήθεια στ’ αυτιά μας η αλήθεια;

28 Σεπτ.

Άνοιξα ένα λεξικό για να δω ποιος ακριβώς είναι ο ορισμός της αλήθειας. Γνώριζα την ετυμολογική της ανάλυση (α στερητικό + λήθη, εκ του λανθάνω,-ομαι) και φυσικά είχα στο μυαλό μου αυτό που όλοι λέμε από συνήθεια ότι είναι η αλήθεια. Το λεξικό λοιπόν δίνει την εξής ερμηνεία «γνώση σύμφωνη με την πραγματικότητα/γνώση με αναμφισβήτητη αξία/η πραγματικότητα». Και διερωτώμαι, πόσο συχνά αυτό που θεωρούμε ‘αλήθεια’ είναι ταυτόχρονα μια γνώση αναμφισβήτητη; Εντάξει, 1+1=2. Αυτό και πολλά άλλα αποτελούν σίγουρη γνώση. Τι συμβαίνει όμως με άλλους τομείς της ζωής στους οποίους υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας και θολώνει το τοπίο  διώχνοντας συχνά το στερητικό α και αφήνοντάς μας στην …λήθη;
Αυτό τον καιρό, διαβάζω το βιβλίο «Τα μυστικά αρχεία του Kissinger» των εκδόσεων ΛΙΒΑΝΗ, με συγγραφείς τον Κώστα Βενιζέλο και τον Μιχάλη Ιγνατίου. Το βιβλίο επικεντρώνεται στους χειρισμούς του τέως υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ στην υπόθεση της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο. Έχω διαβάσει ξανά για το (αιώνιο) Κυπριακό ζήτημα  από διάφορες πηγές –και διαφορετικές μεταξύ τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δύσκολα προσπερνά κανείς το γεγονός  ότι για οποιοδήποτε θέμα, υπάρχουν τόσες εκδοχές όσοι και οι συγγραφείς που έχουν αναφερθεί σε αυτό. Ή, αν αυτό θεωρείται υπερβολικό, ας πούμε ότι ΣΙΓΟΥΡΑ δεν υπάρχει μία πραγματικότητα, μια ενιαία εικόνα για το εκάστοτε ζήτημα. Ο καθένας, κινούμενος από πολιτικές απόψεις, φιλίες, συμφέροντα κάθε είδους ή απλώς και μόνο από την άποψη που ο ίδιος έχει σχηματίσει διαβάζοντας και ψάχνοντας υλικό περί του θέματος, διατυπώνει μια δική του αλήθεια που σίγουρα σφόδρα κοντράρεται με τον ορισμό της λέξης! Δεν μπορεί όλες αυτές οι διαφορετικές γνώμες  να αποτελούν γνώση με αναμφισβήτητη αξία.  Το ερώτημα είναι, υπάρχει στ’ αλήθεια αυτό που λέγεται αλήθεια; Και αν ναι, εμείς οι …πολλοί, την μαθαίνουμε ποτέ όταν έχει να κάνει με πολιτικά/ιστορικά ζητήματα;
 Εδώ και μήνες παρακολουθούμε τις εξελίξεις σχετικά με την χώρα μας και αισθάνομαι ότι είμαστε και θεατές και συμμετέχοντες στο έργο. Συμμετέχοντες γιατί ό,τι αποφασίζεται έχει αντίκτυπο στην καθημερινότητα, στο εισόδημα, στο μέλλον μας. Επί της ουσίας όμως, εκείνες τις ώρες που το καζάνι των διαπραγματεύσεων βράζει, εκείνες τις στιγμές που λαμβάνονται οι εν λόγω αποφάσεις που κάθε φορά μας επηρεάζουν, είμαστε θεατές. Οι πρωταγωνιστές είναι οι πολιτικοί που έχουμε επιλέξει να μας εκπροσωπούν. Δεν θα επεκταθώ στο αν έχουν αποδειχθεί αντάξιοι της εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος γιατί το έχω σχολιάσει ξανά. Θα ήθελα όμως να επικεντρωθώ στο ότι επί της ουσίας, την αλήθεια για τις συζητήσεις τους, τις πιέσεις που δέχονται, τις πιέσεις που ασκούν [ο καθένας σε κάποιον πιο αδύναμο κρίκο απ’ τον ίδιο], την γλώσσα που χρησιμοποιούν μεταξύ τους πριν χαμογελάσουν στον φωτογράφο για να δείξουν ότι συνομιλούν σε φιλικό επίπεδο, τον πατριωτισμό που (δεν) τους διακατέχει, το ποιος από αυτούς πραγματικά κινεί τα νήματα, τα κίνητρά τους και το τι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ συμβαίνει εκείνες τις ώρες –πέρα από πληροφορίες που στα κλεφτά παίρνει ένας ρεπόρτερ ή μαθαίνει από τα λεγόμενα πηγαδάκια μεταξύ πολιτικών-  όλα αυτά μπερδεμένα φτάνουν σε εμάς και μένουμε με μια επίσημη ανακοίνωση στα χέρια ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης.
Διαβάζοντας το βιβλίο που ανέφερα, πέρα από την πληροφόρησή του ως προς το βασικό θέμα, απομονώνω τις περιγραφές των συζητήσεων στο μυαλό μου, βλέπω εικόνες αυτών των διαλόγων και μου έρχεται στο νου το ‘τώρα’ της δικής μας χώρας, τα πρόσωπα του κυρίου Βενιζέλου, του Πρωθυπουργού, της κυρίας Μέρκελ, του κυρίου Σαρκοζί κλπ. Τότε ήταν άλλα τα ονόματα –Μακάριος, Μπολ, Ετσεβίτ, Βανς, Κίσινγκερ κλπ- και φυσικά άλλο το ζήτημα. Αλλά, ας μην γελιόμαστε, όλα αυτά τα θέματα –είτε απειλή πολέμου/εισβολής είτε αυτό που εμείς ζούμε αυτή την στιγμή [άλλου είδους πόλεμος], γύρω από οικονομικο-πολιτικούς παράγοντες κινούνται πάντα. Όλα αυτά τα ονόματα λοιπόν, συναντιούνται, κονταροχτυπιούνται και αποφασίζουν για το πώς θα ζήσουμε εμείς αλλά και μέχρι ποιου σημείου θα φτάσει η πληροφόρησή μας για όλα αυτά.
«Ο χρόνος φέρνει στο φως την αλήθεια» , σύμφωνα με τον Μένανδρο. Πόσος χρόνος χρειάζεται όμως; Νομίζω πολύς, όταν πρόκειται για τέτοια ζητήματα. Γιατί λοιπόν θα πρέπει μόνο οι επόμενες γενιές –πολλές δεκαετίες μετά-  να μαθαίνουν κάθε φορά την πραγματικότητα σχετικά με σημαντικά γεγονότα που βιώνουν οι λαοί; Ποια ακριβώς είναι η αξία που έχουμε για όλους αυτούς τους κυρίους που νομίζουν ότι είμαστε μαριονέτες και μας ‘χορεύουν’  ανάλογα με την δική τους βούληση; Γιατί δεν βλέπουμε ποτέ την καθαρή εικόνα των όσων συμβαίνουν off camera; Προφανώς γιατί εκείνοι προτιμούν την άποψη του Μαρκ Τουέιν για την αλήθεια: «η αλήθεια είναι ένα τόσο σπάνιο μόριο, που θα πρέπει να της κάνουμε πολύ περιορισμένη χρήση»…
΄Ενας φίλος μου σε twitter και blog, απάντησε πρόσφατα σε κάποια απορία μου με την φράση «the historian of the future will tell». Δυστυχώς έχει δίκιο. Βέβαια, χαίρομαι πολύ που κάποτε θα έρθει στο φως η αλήθεια αλλά να, θα την ήθελα λίγο νωρίτερα, όσο είμαι ακόμα «εδώ».
Είναι τόσο δύσκολο αυτό αγαπητοί πολιτικοί ηγέτες;

Advertisements

Back to Red…

15 Σεπτ.
    Πάντα αισθανόμουν πως, αν ήμουν χρώμα, δεν θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο εκτός από Κόκκινο. Ίσως βέβαια ενίοτε να το ‘έσπαγα’ αυτό και να μπορούσα να γίνω λευκό, μαύρο ή ροζ [κανένα άλλο] για να μην βαριέμαι αλλά και γιατί έχω πολλά διαφορετικά στοιχεία στον χαρακτήρα μου και κάθε φορά έρχεται στην επιφάνεια και ένα άλλο, ανάλογα με την διάθεσή μου ή την κατάσταση που επικρατεί στην ζωή μου. Μα αυτό θα ήταν προσωρινό. Όλο μου το είναι θα ανυπομονούσε να γυρίσει ξανά στο Κόκκινο. Κι ας είναι πιο δύσκολο από τα άλλα…
     Είναι βαρύς ο ρόλος του Κόκκινου χρώματος. Πρέπει πάντα να αποδεικνύει την φλόγα του.  Σε όλες τις αποχρώσεις του έχει αυτή την δύναμη, την φόρα, το ‘πολύ’, τον υπερθετικό βαθμό. Δεν έχει δικαίωμα να γίνει πιο ήπιο, πιο γλυκό, πιο αθώο. Θα δεχθεί αμέσως πυρά από τους γύρω του ή θα προκαλέσει την απογοήτευσή τους. Είναι κάτι σαν τους χαρακτηρισμούς ‘καλό παιδί’, ‘καλή κοπέλα’ κ.λπ. Αν σου έχουν προσδώσει τον τίτλο αυτόν, πρέπει επί μονίμου βάσεως, οι πράξεις σου να του ταιριάζουν. Δεν έχεις δικαίωμα να παρεκκλίνεις, δεν έχεις περιθώριο για λάθος, παρασπονδία ή οτιδήποτε αρμόζει σε κακά παιδιά. Γιατί εσύ δεν είσαι κακό παιδί. Είσαι καλό! Αν τολμήσεις να διαπράξεις ένα τόσο δα παράπτωμα, όλων η μνήμη θα μείνει για πάντα κολλημένη σ’ αυτό και ο …πρότερος έντιμος βίος σου, λίγο θα τους ενδιαφέρει. Θα έχει εξατμιστεί.  Κατά βάση, θα χαρακτηρίζεσαι πλέον απ’ αυτό το στραβοπάτημα και θα λιώσεις τις σόλες σου στο κυνήγι της αποκατάστασης του ‘ονόματός’ σου ή πιο σωστά, του ‘χαρακτηρισμού’ σου. Αυτού που άλλοι σου έδωσαν χωρίς να τον ζητήσεις και μετά σε έβαλαν στην διαδικασία αενάως να τον υποστηρίζεις… [Πρέπει να επαναστατήσεις. Δεν νομίζεις;]
     Ο ρόλος αυτός δεν είναι ωραίος έτσι όπως ορίζεται στο μυαλό των περισσοτέρων, επιφανειακά. Δεν με ενδιαφέρει ο ευφάνταστος ‘τίτλος’ με τα σάπια στηρίγματα. Προτιμώ να προσπαθώ επί της ουσίας να σέβομαι τους άλλους, να μην τους βλάπτω και, ακόμα καλύτερα, να τους βοηθάω στο μέτρο του δυνατού. Κι ας ‘σπάω’ κάπου κάπου τους κανόνες του ήπιου, κι ας πέφτω σε παγίδες, κι ας κάνω λάθη που για κάποιους είναι κόντρα σε αυτό που θέλουν να είμαι, στο δήθεν καλό, στο κούφιο αλλά με ωραίο περιτύλιγμα καλό. Επιλέγω το του κοινού θνητού καλό, αυτό με τα ψεγάδια αλλά την ειλικρινή προσπάθεια. Εκεί επανέρχομαι σαν να είναι η δική μου  βάση…
   
…με τον ίδιο τρόπο που επανέρχομαι στην φλόγα του κόκκινου, σαν να είναι η φυσική μου τάση.

"Αναπνέοντας" ελεύθερα…

12 Σεπτ.

Κάποιες φορές, σαν αναλαμπή, αισθάνομαι για μια στιγμή την ευτυχία να με πλημμυρίζει. Τότε, το μυαλό θολώνει για λίγο και σκέφτομαι να την φυλακίσω, να της ρίξω δίχτυα και να την κρατήσω για πάντα εδώ, να μην κουραστώ ξανά να την κυνηγώ. Αλλά αμέσως μετά, όλα γίνονται πάλι ξεκάθαρα. Κανείς δεν μένει κοντά σου αν είναι τόσο καταπιεσμένος. Ακόμη και αν μείνει για ένα διάστημα, κάποτε θα δραπετεύσει γιατί δεν τον κράτησες κερδίζοντάς τον με την αξία σου αλλά επιβάλλοντάς του να είναι εδώ. Αποδεσμεύεται, κι εσύ μένεις πίσω, διπλά δυστυχισμένος. « Άρα, καλύτερα δεν είναι να την αφήσω να τρέξει ξανά ελεύθερη μέχρι την επόμενη στιγμή που θα αποφασίσουμε από κοινού ότι πρέπει να την γευτώ;», σκέφτομαι όταν  η ψυχραιμία επανέρχεται.

 

Ναι, είναι καλύτερα έτσι. Κανέναν δεν πρέπει να ‘φυλακίζουμε’ και κανένας να μην ‘φυλακίζει’ εμάς.  Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο απ’ το να αναπνέουμε όλοι ελεύθερα…

Αρέσει σε %d bloggers: