Αρχείο | Ιουνίου, 2014

Απλώς, πιο απλά.

9 Ιον.

κατάλογος

Συχνά αισθανόταν ότι έχει καταλήξει στο ποιος είναι, τι χαρακτήρα έχει, ποιες είναι οι απόψεις του. Μετά, σαν ο ίδιος του ο εαυτός να του έβγαζε την γλώσσα κοροϊδευτικά και να του αποκάλυπτε πως τον εξαπατούσε για καιρό, διαπίστωνε ότι μάλλον δεν έχει καταλάβει τίποτα. Κάποια αφορμή τον έκανε να εκφράσει την άποψή του με απόλυτο τρόπο προκαλώντας σοκ στον εαυτό του γιατί λίγο καιρό πριν, σε μια παραπλήσια περίπτωση, είχε εκφράσει με εξίσου απόλυτο τρόπο την αντίθετη ακριβώς γνώμη. Είχε πολύ αυτό-βασανιστεί με σκέψεις και διαλόγους όλο νεύρα μπροστά στον καθρέφτη του. Τόσα πολλά ζητούσε άραγε; Τόσο δύσκολο ήταν να μάθει τον εαυτό του, την ταυτότητά του, να έχει έναν μπούσουλα και να μην αυτό-αναιρείται συστηματικά; Έπρεπε να έχει κι αυτά τα προβλήματα εκτός απ’ όλες τις άλλες απαιτήσεις της καθημερινότητας;

Μια μέρα γύρισε ανάποδα όλους τους καθρέφτες του σπιτιού. Πίστευε πως αν τους έκανε να κοιτούν τον τοίχο, δεν θα έμπαινε ξανά στην παγίδα των κουραστικών αέναων συζητήσεων με το είδωλό του. (Μα, αν ήταν τόσο εύκολο να σταματήσει να μιλά η φωνούλα μέσα μας, όλα θα ήταν πιο απλά για την ζωή πολλών ανθρώπων.) Δεν κατάφερε τίποτα. Οι διάλογοι στο μυαλό συνεχίζονταν, οι προβληματισμοί γεννιούνταν πάλι και ο «λαβύρινθος» έμοιαζε όλο και πιο χαοτικός. Πήγε για μια βδομάδα κοντά στην φύση, θεωρώντας πως απομακρυνόταν έτσι από την εστία του προβλήματος. Η γαλήνη της εξοχής τον ηρέμησε λίγο αλλά δεν …φίμωσε την φωνούλα. «Το ‘χε πει κι ο Κ.Π. Όπου κι αν πας, η πόλη θα σ’ ακολουθεί», του απάντησε μια φίλη. Του διαβάσματος αυτή, ε, καβαφική απάντηση βρήκε κι έδωσε. «Ρε φίλε, αμάν μ’ αυτή τη σκατοφωνή μεσ’ το κεφάλι σου. Σταμάτα την. Ξεκόλλα. Πάμε για κάνα ποτάκι να συνέλθεις», του ‘πε ο κολλητός του. Άντρας αυτός, πιο απλά τα βλέπει τα πράγματα. Άντρας κι ο ίδιος βέβαια αλλά λίγο πιο πολύπλοκος. Κάπου θα ξέφυγε η συνταγή εκεί. Έπεσε λίγο πιο πολλή γυναικίνη μάλλον και βγήκε ο τρόπος σκέψης πιο σύνθετος(!).

Μια μέρα κάθισε ταλαιπωρημένος απ’ την ζέστη σ’ ένα παγκάκι. Ένας παππούς χάζευε τους περαστικούς και παραμιλούσε. «Κοίτα τους πώς τρέχουν!», είπε. «Αυτοί θα φτάσουν τα χρόνια μου κι ακόμα δεν θα ΄χουν απολαύσει έναν περίπατο». «Έχουμε πολλά στο μυαλό μας παππού!», του απάντησε ο δικός μας. «Σώώώπα! Εμείς δηλαδή ήμασταν ξέγνοιαστοι, ε;» «Τώρα είναι αλλιώς η κοινωνία». «Πώς είναι ρε παλικάρι. Για πες μου να καταλάβω κι εγώ». «Έχουμε πολλούς ρόλους να συνδυάσουμε. Πρέπει να κάνουμε και λεφτά και καριέρα και οικογένεια, να είμαστε και όμορφοι και πετυχημένοι, να έχουμε γνώσεις, να ξέρουμε την τεχνολογία, να παρακολουθούμε τις εξελίξεις…». «Και πότε ζείτε βρε μπουμπούνα;», ρώτησε ο παππούς. «…». Σιωπή από την άλλη πλευρά. «Πολλά καρπούζια στην ίδια μασχάλη βάλατε γιε μου. Πολλοί ρόλοι, μόστρα, εφετζίδικα πράματα, τίτλους, τάμπλετ, μάμπλετ, μαραφέτια. Τι να πω… Πότε χαίρεστε μωρέ εσείς; Προλαβαίνετε; Πρώτα απ’όλα όλα αυτά που είπες θέλουν μια ντουζίνα ώρες τη μέρα για να γίνουν κι άλλες τόσες να τα σκέφτεσαι, να τα σχεδιάζεις, να… ξέρω γω; Εσείς ξέρετε. Έτσι όμως χάνετε τον εαυτό σας. Ψέματα»; «Καθόλου ψέματα παππού. Αλλά τι να κάνουμε»; «Κάντε την ζωή σας πιο απλή». «…» Σιωπή ξανά απ’τον δικό μας. Και σκύψιμο κεφαλιού. Και γκριμάτσα. «Τι; Απογοητεύτηκες; Την περίμενες πιο φανταχτερή την λύση; Με φτερά και πούπουλα; Μπαααα! Αυτό το απλό είναι. ‘Κάνε την ζωή σου πιο απλή’. Το ‘πώς’ εσύ θα το βρεις. Αλλά μην το ψάχνεις σε απίθανα σημεία. Μπροστά σου είναι. Απλώς σ’ έχουν μάθει να μην το βλέπεις. Μια χαρά ξέρεις πώς να γίνει πιο απλή η ζωή σου. Όταν το καταφέρνεις για μια στιγμή, πώς γίνεται και το νιώθεις; Πώς γίνεται και ξέρεις τότε ότι αυτό ήταν ευτυχία; Ε, μετά, πέφτεις πάλι στην λούμπα. Πας στα πολύπλοκα πάλι. Και σκέφτεσαι πολύ. Ασ’ το και λίγο να τρέξει το πράγμα χωρίς να τα σχεδιάζεις όλα. Άντε, πάω τώρα. Έχω υποσχεθεί στην εγγόνα να φάμε μαζί παγωτό στο μπαλκόνι και μετά να παίξουμε με τον σκύλο. Όταν ανοίγω την πόρτα και βλέπει το παγωτό λέει ‘παππού, είσαι και ο πρώτος!’. Και καμαρώνω και χαίρομαι. Μ’ αυτό το απλό. Κι ας μην έχω τάμπλετ! Χοχο! Άντε, γεια σου παλικάρι μου! Άνοιξε τα μάτια σου και θα τον βρεις τον δρόμο».

Έμεινε δυο ώρες ακόμα στο παγκάκι. Δεν σήκωνε κινητό, δεν έλεγχε email. Μόνο άφηνε το μυαλό να αναπνεύσει. Κι έδινε χώρο στο «τώρα» να προλάβει να υπάρξει.

Κάτι παράξενο συνέβη εκείνη τη μέρα. Γιατί μετά, όλα ήταν αλλιώς. Όχι αλλιώς με καμιά στομφώδη έννοια. Ήταν απλώς πιο απλά. Και συνεπώς, πιο μαγικά.

 

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: